Αναρτήσεις

Έρμαν Έσσε

  «Ζω μέσα στα όνειρά μου. Κι άλλοι άνθρωποι ζουν μέσα σε όνειρα, μόνο που δεν είναι τα δικά τους» έλεγε ο Έσσε. «Κάθε άνθρωπος δεν είναι απλά ο εαυτός του. Είναι το μοναδικό, συγκεκριμένο, πάντα σημαντικό και αξιόλογο σημείο όπου διασταυρώνονται τα φαινόμενα του κόσμου, με τρόπο ξέχωρο, μοναδικό. Για τούτο, κάθε ιστορία ανθρώπινη είναι σημαντική, αιώνια και ιερή. Για τούτο, κάθε άνθρωπος, ενόσω ζει και εκπληρώνει τη θέληση της φύσης, είναι μια ύπαρξη υπέροχη που της πρέπει υπέρτατη προσοχή. Δεν μπορώ να ονομάσω τον εαυτό μου πολύξερο.  Ήμουν κι ακόμα είμαι ερευνητής, μα δε γυρεύω πια στ' αστέρια ή στα βιβλία αυτό που ζητώ. Ακούω τους ψίθυρους μες στο αίμα μου. Δεν είναι μια ευχάριστη ιστορία η δική μου, δε διαθέτει τη γλυκιά αρμονία μιας ιστορίας που πλάθουμε με τη φαντασία μας. Όμοια όπως η ζωή όλων των ανθρώπων που σταμάτησαν να εξαπατούν τον εαυτό τους, έτσι κι η δική μου είναι παράλογη μαζί και χαώδης, έχει κάτι από τρέλα μαζί και όνειρα. Κάθε ανθρώπου η ζωή είναι ένας δρόμος

Η δική μου Σιμόν Βέιλ

  Η Σιμόν Βέιλ, η πολιτικός, που πέθανε στις 30 Ιουνίου 2017, γεννήθηκε το 1927 και ήταν μια σημαντική προσωπικότητα της γαλλικής δεξιάς, η οποία είχε περάσει στα 16 χρόνια της από το κολαστήριο του Άουσβιτς. Η άλλη Βέιλ, η δική μου Σιμόν Βέιλ, μπροστά στην οποία ο Σαρτρ και η Μπωβουάρ ωχριούσαν, γεννήθηκε το 1909 σ' ένα προάστιο του Παρισιού από γονείς Εβραίους, επίσης. Το 1931 σε ηλικία 22 ετών αποφοίτησε από την Ecole Normale Superieure και έγινε καθηγήτρια φιλοσοφίας. Η "άλλη", η δική μου Σιμόν Βέιλ ήταν χριστιανή και μαρξίστρια, και πέθανε μόλις στα 34 της χρόνια, το 1943, κάνοντας ουσιαστικά απεργία πείνας σε ένδειξη συμπαράστασης στους Γάλλους που λιμοκτονούσαν λόγω του πολέμου. Η Βέιλ σταμάτησε την από καθέδρας διδασκαλία της και πήγε δύο χρόνια (1934-35) ως απλή εργάτρια στα μεγάλα εργοστάσια(Ρενώ) για να γνωρίσει στο πετσί της την κατάσταση της εργατικής τάξης(συνδυασμός της κουλτούρας της εργατικής τάξης και της φιλοσοφίας). Ακολούθησε η συμμετοχή της στις διεθ

Λουίτζι Πιραντέλο: Ο γιος του Χάους

  Πρώτα, το "εν αρχή ην το Χάος". Ύστερα, το ποιητικό ξόρκι του Καζαντζάκη, που ήθελε να ξαπλώσει στη μέση του χάους και να το γονιμοποιήσει. Ακολούθησε το χάος ως «μαύρη ενέργεια» (dark energy) που σπρώχνει το σύμπαν προς τα έξω. Μετά, το μαγικό "χάος" των αδελφών Ταβιάνι. Και τέλος, το περιοδικό «Χάος» και ο Τίτος Πατρίκιος να μιλά για το ταξίδι του στο Κάος της Σικελίας, την πατρίδα του Πιραντέλο και του Καμιλέρι. Τώρα η συνάντηση με το χάος γίνεται μέσω της θαυμάσιας μυθιστορηματικής βιογραφίας του Λουίτζι Πιραντέλο που έγραψε ο συντοπίτης του Αντρέα Καμιλέρι. «Εγώ λοιπόν είμαι γιος του Χάους», γράφει σ’ ένα γράμμα του ο Πιραντέλο, «και όχι αλληγορικά αλλά στην κυριολεξία, γιατί γεννήθηκα σε μια αγροτική περιοχή που βρίσκεται κοντά σ’ ένα πυκνό δάσος που ονομάστηκε, στη διάλεκτό μας, Κάβουζου από τους κατοίκους του Τζιρτζέντι... διαλεκτική παραφθορά της αγνής αρχαίας ελληνικής λέξης Χάος...». Και συνεχίζει, «Ερχόμαστε στη ζωή με πολλούς τρόπους, με πολλές μορφές

Βαγγέλης Κούτας: Το Βουνό της Σιωπής

  Το χωριό, πενήντα σπίτια όλα κι όλα μέσα σε ένα καλαμιώνα του βάλτου. Φτώχια και δυστυχία. Ένα 17χρονο παιδί επιχειρεί να ξεφύγει από την κόλαση. Φθάνει στην Αθήνα. Εξοντωτική δουλειά στο εργοστάσιο, μικρός μισθός, πείνα, ζωή σε μια χαμοκέλα, φοίτηση σε νυχτερινό γυμνάσιο. Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Η υγεία του έφηβου, ψυχική και σωματική, κλονίζεται. Αρρωσταίνει και, χωρίς καλά καλά να το καταλάβει, καταλήγει στο κρεβάτι ενός σανατορίου. Φυματίωση. Ένα παιδί στην ηλικία της αθανασίας έρχεται αντιμέτωπο πρόωρα με το θάνατο. Δεν το λέει σε κανέναν. Ούτε στη μάνα του. Γιατί χειρότερος κι από το φόβο του θανάτου είναι ο φόβος του κοινωνικού στίγματος, η ρετσινιά του “χτικιού”, που πλήττει ολόκληρη την οικογένεια. Ακολουθεί η ταξική κοινωνική θέση. Η άνιση πρόσβαση στο σύστημα υγείας. Οι διαφορετικές πτέρυγες, ανάλογα με την κοινωνική τάξη του καθενός. Οι πλούσιοι και οι φτωχοί. Ο φτωχός που πεθαίνει γιατί δεν έχει πρόσβαση στα ακριβά φάρμακα.  Ο Βαγγέλης Κούτας αφηγείται την εμπε

Ο Κάρολος (Τσαρλς) Ντίκενς

Εικόνα
  Ο Κάρολος (Τσαρλς) Ντίκενς υπήρξε ένας από τους πλέον σημαντικούς Άγγλους μυθιστοριογράφους.  Σε ηλικία δεκαπέντε ετών αναγκάστηκε να διακόψει το σχολείο και να εργαστεί σε εργοστάσιο βερνικιών για να συντηρήσει την οικογένειά του, αφού ο πατέρας του φυλακίστηκε για χρέη. Από την περιπέτεια αυτή άντλησε πολλές εμπειρίες για το κατοπινό του έργο. Μια απροσδόκητη κληρονομιά έβγαλε τον πατέρα Τζον Ντίκενς από την φυλακή και απάλλαξε τον έφηβο Κάρολο από τη δουλειά. Αφού πήγε άλλον ένα χρόνο στο σχολείο, έμαθε  στενογραφία  και έγινε ανταποκριτής εφημερίδας. Μέσα από το περιοδικό Bentley's άρχισε να δημοσιεύει μυθιστορήματα που έμελλε να γίνουν μεγάλες επιτυχίες.  Το 1846 ιδρύει την εφημερίδα Daily News και το περιοδικό Household Words, ενώ υπήρξε για πολλά χρόνια διευθυντής αναμορφωτηρίου. Κυριότερα έργα του υπήρξαν τα Όλιβερ Τουίστ, Δαβίδ Κόπερφηλντ, Το παλαιοπωλείο, Ο Μάρτιν Τσάζελγουιτ, Το σκοτεινό σπίτι, Δύσκολοι καιροί, Οι μεγάλες προσδοκίες, κ.ά. Τα μυθιστορήματά του, εκδίδοντ

Ένα βιβλίο για τον δικαστή Τζιοβάνι Φαλκόνε

  Στις 23 Μαΐου 1992, κοντά στην πόλη Capaci της Σικελίας, δολοφονήθηκε από τη μαφία ο δικαστής Τζιοβάνι Φαλκόνε. 29 χρόνια μετά, ένας άλλος Τζιοβάνι, ένα παιδί από το Παλέρμο γιορτάζει τα δέκατα γενέθλιά του. Αυτή τη μέρα διάλεξε ο πατέρας του για να του εξηγήσει γιατί, από όλα τα πιθανά ονόματα, ο Τζιοβάνι επιλέχθηκε γι’ αυτόν. Βήμα βήμα πατέρας και γιος εξερευνούν το Παλέρμο και την ιστορία του Τζιοβάνι Φαλκόνε, του δικαστή που είχε τη γενναιότητα να αντιταχθεί στην πανίσχυρη μαφία. Ο Τζιοβάνι ανακαλύπτει ότι ο πατέρας του δεν μιλά για αφηρημένα πράγματα: η μαφία είναι παντού, ακόμα και μέσα στο σχολείο του, όπου εκφοβίζει και τρομοκρατεί τους συμμαθητές του και είναι ένας εχθρός που πρέπει να πολεμήσει αμέσως, χωρίς να περιμένει να μεγαλώσει… Αυτό είναι το βιβλίο Per questo mi chiamo Giovanni του Luigi Garlando. Ο Τζιοβάνι Φαλκόνε (Giovanni Falcone, 18 Μαΐου 1939 - 23 Μαΐου 1992) ήταν Ιταλός δικαστής ο οποίος είχε ως αντικείμενο την δίωξη της Σικελικής Κόζα Νόστρα. Δολοφονήθηκε από

Για ποιο λόγο γράφουμε;

  Ένα βιβλίο που έχει γραφεί το 1948 και εξακολουθεί να έχει ακέραια την αξία του ακόμη και σήμερα δεν μπορεί παρά να είναι ένα σημαντικό βιβλίο. Αναφέρομαι στη μελέτη του Ζαν-Πωλ Σαρτρ με τον τίτλο-ερώτημα: «Τι είναι λογοτεχνία;» (εκδόσεις Μεταίχμιο). Ο Σαρτρ θέτει μια σειρά ερωτήματα, όπως «τι σημαίνει γράφω;», «Για ποιο λόγο γράφουμε;», «για ποιον γράφουμε;» για να καταλήξει στην «κατάσταση του συγγραφέα το 1947», στην κατάσταση δηλαδή της λογοτεχνίας τότε και ίσως και σήμερα και αν αυτή έχει ακόμη λόγο ύπαρξης, ή αν «πεθαίνει». Ουσιαστικά ο Γάλλος φιλόσοφος θέτει το ζήτημα της «στρατευμένης τέχνης». Για το θέμα της στράτευσης έχουν μιλήσει πολλοί με κορυφαίους τον Μπουρντιέ και τον Αντόρνο. Μάλιστα, ο πρώτος, αναφερόμενος στο περίεργο ον που έχει κεφάλι διανοούμενου και σώμα γκαρσονιού, έχει επικρίνει τη θέση του Σαρτρ ότι ο λογοτέχνης πρέπει να λαμβάνει θέση μεταξύ των καταπιεστών και των καταπιεζόμενων. Αλλά τι λέει ο Σαρτρ όταν αναρωτιέται «Γιατί γράφουμε»; Ο «στρατευμένος» πεζο